Στην Ελλάδα μάλωσα!

Αργείς… αργείς πολύ να μου γράψεις, πήγες Ελλάδα γύρισες, ένιωσες, έζησες ένα τσουβάλι στιγμές και και … τι περιμένεις? Πρέπει να τα φέρεις εδώ να τα γράψεις χαρτί και καλαμάρι. Ξέρω πήγες για τον γάμο. Μια εβδομάδα πριν το γάμο, μια εβδομάδα μετά και μια εβδομάδα μόνη σου μετά, χωρίς το παλιο σου παλτό. Γράψε λεπτομέρειες τώρα !

Ξέρεις αναζητώ τα κριτήρια, να γράψω με χρονολογική σειρά, σύμφωνα με τη συναισθηματική ένταση….

Από πότε απέκτησες αυτό το πρόβλημα στο μυαλό (¨?) σου; Όπως θέλεις να τα γράψεις, όπως σου έρθουν…

Εντάξει, εξάλλου έτσι όπως είναι τα πράγματα, έχεις δίκιο δεν χρειάζομαι κανέναν οδηγό.

Λοιπόν…

Τσακώθηκα, μάλωσα... πόσο περίεργη αυτή η λέξη και η ετυμολογία της … Θύμωσα πολύ σε αυτό το ταξίδι. Όλη η συσσωρευμένη ένταση της προσπάθειας να καταφέρουμε να πάμε στην Ελλάδα… δεν είμαι σίγουρη… και άλλες φορές που επισκέπτομαι την πατρίδα μου ρίχνω και ένα καυγά να μου βρίσκεται. Το σίγουρο είναι πως δεν ήμουν ποτέ χαρακτήρας που δεν αντιμιλούσε. Αλλά αυτή τη φορά έκανα τρεις δυνατούς καυγάδες. Δεν έχει αξία να γράψω πως και γιατί αντιμίλησα στο τζινάκι που έτσι και αλλιώς ξέρω από 9 χρονών, ούτε φυσικά για τον τσακωμό μου με την Εύη…. Δεν έχει αξία να βρω το δίκιο ή το άδικο σε αυτούς τους καυγάδες. Η ουσία είναι πως η μια με φιλοξενούσε στο σπίτι της και η άλλη φιλοξενεί τα πράγματά μου, πράγμα που σημαίνει πως εξ ορισμού ήμουν υποχρεωμένη να σεβαστώ… και δεν άντεξα … παρεξήγησα, παρεξηγήθηκα δεν με κατάλαβαν δεν κατάλαβα… όμως πάνω από όλα δεν σεβάστηκα.

Το πιο σκληρό ξέσπασμα, και ίσως και η μεγαλύτερη ασέβεια ήταν μια μόλις μέρα μετά την άφιξή μας.

Σάββατο μεσημέρι, με το παλιό παλτό οδηγό και στο πίσω κάθισμα τη θεία μου, να προσπαθούμε να φτάσουμε στο νεκροταφείο να αντιμιλώ και να χτυπιέμαι υστερικά, να ξεσπώ άδικα στη θεία μου, και να νιώθω πως κανένας δεν με καταλαβαίνει, δεν καταλαβαίνει την τραγική μου ανάγκη… θέλω τη μαμά μου τώρα ΤΩΡΑ. Δεν θέλω τίποτε άλλο… και όσο η θεία μου προσπαθούσε να … ούτε που ξέρω τι .. τόσο ούρλιαζα, η μικρή θεά ξεσπούσε…

Θυμάμαι κάθε μου κίνηση και δάκρυα, μηχανικές κινήσεις άψυχες. Θυμάμαι να ξυπνά η ψυχή μου πάνω στο μάρμαρο. Να ουρλιάζει από τον πόνο χαϊδεύοντας με τα δάκτυλα τα γράμματα. Μαμά έλα σε παρακαλώ, βοήθησε με… ήξερα μέσα μου πως τα είχα κάνει σκατά με τη θεία μου και προσπαθούσα να γαντζωθώ από πάνω της, να με σώσει. Ταυτόχρονα ένιωθα το μάταιο, ότι έχει απομείνει από Εκείνη ήταν θαμμένο με ταφόπλακα. Οριστικό τέλος. Σπάραζα στο κλάμα, θρηνούσα το θάνατο ακόμα και της φωνής της μέσα μου. Δεν την έβρισκα πουθενά, πουθενά όμως. Έκλαιγα και γινόμουν μια σταλιά παιδί, που ξαφνικά αντικρίζει την ψυχρή τρομακτική αλήθεια και δεν έχει την αγκαλιά της να παρηγορηθεί…

Άτιμες συμπτώσεις…

Από την τσάντα της θείας μου ακούστηκε ο ήχος του κινητού. Αν είναι δυνατόν… η Αγγελικούλα είναι Μάνια. Δεν με έχει ξαναπάρει ποτέ. Έλα Αγγελικούλα μου, είμαστε με την Μάνια στον τάφο της μαμάς, η αδελφή σου είναι… θέλεις να της μιλήσεις?

Άτιμες συμπτώσεις, τηλέφωνο από το Λονδίνο η μοναδική μου αδελφή, σπλάχνο των σπλάχνων της…

Τι έγινε?

Κλαίω για τη μαμά, τσακώθηκα και με τη θεία, και τώρα κλαίω σαν το χαζό και χτυπιέμαι πάνω στον τάφο της…

Τώρα σε έπιασε?

Ναι, δεν ξέρω γιατί, έχω ξανάρθει, και μαζί σου, και με τον Δημήτρη, και με τη θεία… αλλά τώρα με έπιασε… και επειδή μάλλον δεν μπορεί με τίποτε να έρθει, μου έστειλε εσένα…

Άντε καλά, σταμάτα, χαζούλι ε χαζούλι. Θα τα πούμε. Δώσε τη θεία….

Ναι, πάρε την….

Μέτα φύγαμε, φάγαμε στην πλατεία Πλυτά, γυρίσαμε τη θεία στο σπίτι της, και γραμμή για την παρηγοριά μας. Αυτή τη σπάνια ευλογία των μυριώτιδων, την αγκαλιά τους, το σπίτι τους, το μπαλκόνι τους, τον καφέ απο τα χέρια της ρουλας καρούλα μου, την μπιρίμπα. Ότι πιο κοντά στην έννοια σσσσπίτι μας, η φιλία τους που δεν έχει ξεφτίσει.

αυτάααα και ότι κατάλαβες κατάλαβες…