Τα πειραγμένα του Vertigo: ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΩΝΥΜΑ

Έχω ένα φιλαράκι που το γνώρισα όταν έτσι κάπνισε σε  ένα άκαπνο φιλαράκι που έτυχε και έμενε σε άγνωστο χρόνο κοντά εκεί που πριν χρόνια έμενα και εγώ. (μόνο ένας μπορεί να καταλάβει τι γράφω) Οταν λοιπόν αυτό το άκαπνο φιλαράκι έγινε καπνός και αντάμωσε τα σύννεφα, είπε δεν ρίχνω δίπλα στο φιλαράκι μου αυτό το ξανθό φακιδομύτικο πλάσμα της παλιάς μου μπαλκογεινονιάς (φήμες λένε πως μάλλον την είχε σταμπάρει από το μπαλκόνι του να ντύνεται ή να ξεντύνεται στο δωμάτιο της στον ακάλυπτο των δύο απέναντι πολυκατοικιών)  να δω τι θα κάνει και πως θα το διαχειριστεί χεχεχε… Εδώ να σημειώσω πως πολύ συχνά το ένα φιλαράκι έκανε πλάκες στο άλλο φιλαράκι … 

Μπήκαν λοιπόν σε άσχετη τροχιά η Ρούσα και ο Vertigo. Σχόλια, αντισχόλια γελούσε το άκαπνο φιλαράκι-και τι δε σκαρώνει εδώ που τα λέμε στον Vertigo για να σπάει πλάκα μαζί του- τι έλεγα α ναι …. γελούσε λοιπόν το άκαπνο φιλαράκι γιατί είχε και το πάνω χέρι να γνωρίζει τα παν-τα

Άλλαξαν γειτονιές, άλλαξαν όλα, και κάποια μένουν πάντα ίδια καθώς η Φύση αποφάσισε να τα πειράξει για να αντέχουν στο χρόνο, στο χώρο …. Ρούσα και Vertigo πειραγμένα στο μυαλό πάν-τα… μάλλον και στους δύο αρέσει το πείραγμα 

Την πείραξε (μάλλον έβαλε το χέρι του το άκαπνο φιλαράκι) λοιπόν που ο Vertigo δεν γράφει πια, και μια και δύο η Ρούσα πείραξε το vertigo, τον ζούληξε λίγο από δω το ζούληξε από εκεί και ….. ορίστε… 

 Της έστειλε το πρώτο μετά από καιρό αγραφιάς… το πρώτο  πειραγμένο (παίζει να το είχε πειράξει από παλιά … αλλά δεν θα το ψάξει η Ρούσα στα αρχεία της χαχαχαχα) 🙂 

VERTIGO

Πανδημία (από τις ελληνικές λέξεις παν (όλος) και δήμος (πληθυσμός)) είναι μια επιδημία λοιμωδών ασθενειών που εξαπλώνεται με πολύ γρήγορους ρυθμούς σε μια μεγάλη περιοχή και απειλεί το σύνολο του πληθυσμού.

ΣΥΝΩΝΥΜΑ – ΣΧΕΤΙΚΑ

ΠΑΝ
Ο Πάνας, θεός των αγρών, των βουνών, των γιδοπροβάτων, των κοπαδιών και γενικά της άγριας φύσης, είχε (χοντρό) κεφάλι και κορμό (φέτες) άνδρα, πόδια τράγου, κέρατα και μυτερά αυτιά, σκέτο κουκλί δηλαδή.
Γεννήθηκε στην Αρκαδία, από τον Ερμή και μία νύμφη, δεν ξέρουμε όμως ποια αφού αυτός ο Ερμής τις φυστίκωνε όλες και χωρίς προφυλάξεις.
Όταν η δόλια μητέρα του τον πρωτοαντίκρισε, της ήρθε κόλπος, σκιάχτηκε, τρόμαξε τόσο από την ομορφιά του που τον παράτησε καταγής δίχως καν να τον αφαλοκόψει κι έφυγε τρέχοντας αλαφιασμένη.
Ο Ερμής που έτυχε να περνάει και είδε το σκηνικό, σαν καλός μπαμπάς, χάιδεψε την κεφάλα του Πάνα, τον πήρε αγκαλιά και τον πήγε στον Όλυμπο, έχοντας κατά νου να τον τρίψει στα μούτρα του Δία αλλά οι θεοί, όλως παραδόξως, το καλοδέχτηκαν το φρικιό.
Ο Πάνας όταν μεγάλωσε έγινε σούπερ σφίχτης και γνωστό καμάκι και όλη μέρα κυνηγούσε νύμφες, νεράιδες και όλα τα συναφή.
Μια μέρα συνάντησε σε ένα ξέφωτο ένα τούμπανο που μάζευε χόρτα τραγουδώντας, τη Σύριγγα και την κάλεσε στη βίλλα του να της δείξει τη συλλογή του από γραμματόσημα. Η Σύριγγα του απάντησε με ένα ναζιάρικο «πριτς», το έβαλε στα πόδια και ο Πάνας φυσικά την πήρε στο κυνήγι.
Η όμορφη νύμφη τρέχοντας όσο μπορούσε με τα δωδεκάποντα, έφτασε λαχανιασμένη στον ποταμό Λάδωνα όπου πάτησε απότομα φρένο.
Πως να περάσει απέναντι αφού στα μαθήματα κολύμβησης την έκανε διαρκώς κοπάνα;
Κοίταξε πίσω και είδε τον Πάνα να έρχεται γελώντας με το τριαντάποντο μαρκούτσι όρθιο.
Συνειδητοποιώντας τι την περίμενε αν την έπιανε, φώναξε στις νύμφες του ποταμού να τη σώσουν. Αλλοι λένε ότι φώναξε στον ίδιο τον Λάδωνα «σώσε με και θα κάτσω να με λαδώσεις».
Όπως και να ‘χει, η Σύριγγα σώθηκε, καθώς την στιγμή που την άρπαζε από το μαλλί ο Πάνας, εκείνη ως εκ θαύματος μεταμορφώθηκε σε καλαμιά.
Ο Πάνας έμεινε με το καλάμι στο χέρι, έριξε κάμποσα μπινελίκια κι αναστέναξε απογοητευμένος.
Τότε, ακούγοντας την βρώμικη ανάσα του που πέρασε από το κούφιο καλάμι, έπαθε πλάκα από τον ήχο που βγήκε και τον ονόμασε λα μείζονα.
Εκοψε κάμποσα ακόμη καλάμια και τα ένωσε, φτιάχνοντας το περίφημο σουραύλι το οποίο, επειδή ήταν ψυχοπονιάρης και ρομαντικός κατά βάθος, το ονόμασε σύριγγα, στη μνήμη του χαμένου του έρωτα.
Από τότε περνούσε την ώρα του κόβοντας βόλτες στην άγρια φύση, παίζοντας από ροκ μέχρι σκυλάδικα με τη φλογέρα του, κάνοντας παρέα στους βοσκούς και τα κοπάδια τους και βασικά ψάχνοντας για κάνα νέο πιπίνι.
Αντί να βρίσκει πιπίνια όμως, έτσι με τη σκατόφατσα που είχε, τρόμαζε τα γιδοπρόβατα, τα οποία με το που τον έβλεπαν έτρεχαν μακριά βελάζοντας.
Αυτό το φευγιό από τότε λέγεται «ΠΑΝΙΚΟΣ».

ΠΑΝΔΩΡΑ
ο Προμηθέας, μια μέρα που δεν είχε τσάμπιονς λιγκ και βαριότανε μονάχος, έκατσε κι έπλασε τους πρώτους ανθρώπους με εμφιαλωμένο νερό και κοκκινόχωμα. Επίσης τους χάρισε-γνώρισε την φωτιά, έναν αναπτήρα βασικά, τον οποίο έκλεψε από τους θεούς που τον είχαν ως αποκλειστικό προνόμιο.
Από τότε οι άνθρωποι, αντί να μασάνε τον καπνό για να φτιάχνονται, άρχισαν τους μπάφους.
Αυτό δεν άρεσε καθόλου στον Δία που τα πήρε στο κρανίο κι αποφάσισε να τιμωρήσει κι αυτόν και τους ανθρώπους.
Εβαλε λοιπόν ο καταχθόνιος σε ένα ωραίο κουτί δώρου το Γήρας, τις Ασθένειες, τον Πόλεμο, τις Διαμάχες, τις Έγνοιες, τη Μηχανορραφία, τη Συκοφαντία και τον Φθόνο και έκατσε και σκέφτηκε έναν τρόπο να τα στείλει όλα αυτά τα καλούδια μέσω του Προμηθέα στους ανθρώπους, ώστε να χάσουν πάσα ιδέα που είχαν εκείνοι για τον ευεργέτη τους.
Διέταξε μετά εκείνο το κούτσαυλο τον Ηφαιστο να του φτιάξει από πηλό μια δίμετρη όμορφη κοκκινομάλλα μοντέλα. Ο Ηφαιστος μουρμούρισε κάτι μπινελίκια αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και την έφκιασε.
Ο Δίας χαλβάδιασε για λίγο το όμορφο μοντέλο αλλά περιέργως συγκρατήθηκε και δεν της την έπεσε.
Ζήτησε από τους υπόλοιπους θεούς να την προικίσουν με τα ωραιότερα και σπανιότερα χαρίσματα που θα μπορούσαν να σκεφτούν.
Ετσι έγινε και μετά την βάφτισε Πανδώρα, δλδ αυτή που έχει όλα τα δώρα.
Της έδωσε το κουτί στολισμένο με ροζ φιόγκους και αυτοκόλλητες καρδούλες και την έστειλε στον Προμηθέα.
Ο Προμηθέας ήταν γάτος όμως, άλλοι λένε ότι δεν πολυγούσταρε την Πανδώρα γιατί γούσταρε τις ξανθιές, τέλος πάντων μάλλον κατάλαβε ότι κάτι παίζει και της έδωσε άκυρο.
Ο Επιμηθέας όμως ο αδελφός του που πήρε μάτι τη φάση, λιγούρης και κακάσχημος όπως ήταν, μην πάει χαμένο το τουμπανάκι, την πήρε αυτός την κοπέλα μαζί με το κουτί της χωρίς πολλά-πολλά και την παντρεύτηκε κιόλας.
Κάποια μέρα εκεί που έπαιζαν μπιρίμπα τα πιτσουνάκια, η Πανδώρα, πες από περιέργεια σαν γυναίκα, πες από λιγούρα μετά από μια βραδιά αχαλίνωτου σεξ και νομίζοντας ότι θα έχει τιραμισού μέσα, άνοιξε το κουτί και τότε ξεχύθηκαν και πέσαν πάνω μας όλες οι συμφορές. Ολες, εκτός από την Ελπίδα που ήταν χτικιασμένο και δεν μπορούσε ούτε από το κουτί να πηδήξει.—