Στην Ελλάδα μάλωσα!

Αργείς… αργείς πολύ να μου γράψεις, πήγες Ελλάδα γύρισες, ένιωσες, έζησες ένα τσουβάλι στιγμές και και … τι περιμένεις? Πρέπει να τα φέρεις εδώ να τα γράψεις χαρτί και καλαμάρι. Ξέρω πήγες για τον γάμο. Μια εβδομάδα πριν το γάμο, μια εβδομάδα μετά και μια εβδομάδα μόνη σου μετά, χωρίς το παλιο σου παλτό. Γράψε λεπτομέρειες τώρα !

Ξέρεις αναζητώ τα κριτήρια, να γράψω με χρονολογική σειρά, σύμφωνα με τη συναισθηματική ένταση….

Από πότε απέκτησες αυτό το πρόβλημα στο μυαλό (¨?) σου; Όπως θέλεις να τα γράψεις, όπως σου έρθουν…

Εντάξει, εξάλλου έτσι όπως είναι τα πράγματα, έχεις δίκιο δεν χρειάζομαι κανέναν οδηγό.

Λοιπόν…

Τσακώθηκα, μάλωσα... πόσο περίεργη αυτή η λέξη και η ετυμολογία της … Θύμωσα πολύ σε αυτό το ταξίδι. Όλη η συσσωρευμένη ένταση της προσπάθειας να καταφέρουμε να πάμε στην Ελλάδα… δεν είμαι σίγουρη… και άλλες φορές που επισκέπτομαι την πατρίδα μου ρίχνω και ένα καυγά να μου βρίσκεται. Το σίγουρο είναι πως δεν ήμουν ποτέ χαρακτήρας που δεν αντιμιλούσε. Αλλά αυτή τη φορά έκανα τρεις δυνατούς καυγάδες. Δεν έχει αξία να γράψω πως και γιατί αντιμίλησα στο τζινάκι που έτσι και αλλιώς ξέρω από 9 χρονών, ούτε φυσικά για τον τσακωμό μου με την Εύη…. Δεν έχει αξία να βρω το δίκιο ή το άδικο σε αυτούς τους καυγάδες. Η ουσία είναι πως η μια με φιλοξενούσε στο σπίτι της και η άλλη φιλοξενεί τα πράγματά μου, πράγμα που σημαίνει πως εξ ορισμού ήμουν υποχρεωμένη να σεβαστώ… και δεν άντεξα … παρεξήγησα, παρεξηγήθηκα δεν με κατάλαβαν δεν κατάλαβα… όμως πάνω από όλα δεν σεβάστηκα.

Το πιο σκληρό ξέσπασμα, και ίσως και η μεγαλύτερη ασέβεια ήταν μια μόλις μέρα μετά την άφιξή μας.

Σάββατο μεσημέρι, με το παλιό παλτό οδηγό και στο πίσω κάθισμα τη θεία μου, να προσπαθούμε να φτάσουμε στο νεκροταφείο να αντιμιλώ και να χτυπιέμαι υστερικά, να ξεσπώ άδικα στη θεία μου, και να νιώθω πως κανένας δεν με καταλαβαίνει, δεν καταλαβαίνει την τραγική μου ανάγκη… θέλω τη μαμά μου τώρα ΤΩΡΑ. Δεν θέλω τίποτε άλλο… και όσο η θεία μου προσπαθούσε να … ούτε που ξέρω τι .. τόσο ούρλιαζα, η μικρή θεά ξεσπούσε…

Θυμάμαι κάθε μου κίνηση και δάκρυα, μηχανικές κινήσεις άψυχες. Θυμάμαι να ξυπνά η ψυχή μου πάνω στο μάρμαρο. Να ουρλιάζει από τον πόνο χαϊδεύοντας με τα δάκτυλα τα γράμματα. Μαμά έλα σε παρακαλώ, βοήθησε με… ήξερα μέσα μου πως τα είχα κάνει σκατά με τη θεία μου και προσπαθούσα να γαντζωθώ από πάνω της, να με σώσει. Ταυτόχρονα ένιωθα το μάταιο, ότι έχει απομείνει από Εκείνη ήταν θαμμένο με ταφόπλακα. Οριστικό τέλος. Σπάραζα στο κλάμα, θρηνούσα το θάνατο ακόμα και της φωνής της μέσα μου. Δεν την έβρισκα πουθενά, πουθενά όμως. Έκλαιγα και γινόμουν μια σταλιά παιδί, που ξαφνικά αντικρίζει την ψυχρή τρομακτική αλήθεια και δεν έχει την αγκαλιά της να παρηγορηθεί…

Άτιμες συμπτώσεις…

Από την τσάντα της θείας μου ακούστηκε ο ήχος του κινητού. Αν είναι δυνατόν… η Αγγελικούλα είναι Μάνια. Δεν με έχει ξαναπάρει ποτέ. Έλα Αγγελικούλα μου, είμαστε με την Μάνια στον τάφο της μαμάς, η αδελφή σου είναι… θέλεις να της μιλήσεις?

Άτιμες συμπτώσεις, τηλέφωνο από το Λονδίνο η μοναδική μου αδελφή, σπλάχνο των σπλάχνων της…

Τι έγινε?

Κλαίω για τη μαμά, τσακώθηκα και με τη θεία, και τώρα κλαίω σαν το χαζό και χτυπιέμαι πάνω στον τάφο της…

Τώρα σε έπιασε?

Ναι, δεν ξέρω γιατί, έχω ξανάρθει, και μαζί σου, και με τον Δημήτρη, και με τη θεία… αλλά τώρα με έπιασε… και επειδή μάλλον δεν μπορεί με τίποτε να έρθει, μου έστειλε εσένα…

Άντε καλά, σταμάτα, χαζούλι ε χαζούλι. Θα τα πούμε. Δώσε τη θεία….

Ναι, πάρε την….

Μέτα φύγαμε, φάγαμε στην πλατεία Πλυτά, γυρίσαμε τη θεία στο σπίτι της, και γραμμή για την παρηγοριά μας. Αυτή τη σπάνια ευλογία των μυριώτιδων, την αγκαλιά τους, το σπίτι τους, το μπαλκόνι τους, τον καφέ απο τα χέρια της ρουλας καρούλα μου, την μπιρίμπα. Ότι πιο κοντά στην έννοια σσσσπίτι μας, η φιλία τους που δεν έχει ξεφτίσει.

αυτάααα και ότι κατάλαβες κατάλαβες…

Σκορπίζεις και συγκεντρώνεσαι!

ααα την Κυριακή πέρασα όμορφα, θα σου πω όμως άλλη φορά. Εκείνο που θέλω να σου γράψω είναι πως  πήγαμε να πάρουμε κάτι που ήθελα από το ελληνικό σούπερ μαρκετ. Ευτυχώς βρήκα. Φιτιλάκια κόκκινα και ένα φελλό. Απαραίτητα σύνεργα που μαζί με το ελαιόλαδο συμβολίζουν …

Δεν ανάβω καντηλάκι στο σπίτι. Μόνο όταν…

Εκείνη είχε πάντα μια λαμπίτσα με παραφινέλαιο που έκαιγε σχεδόν πάντα μπροστά στα εικονίσματα και σε φωτογραφίες αγαπημένων της προσώπων που πέθαναν.

Χθες έκλεισαν επτά χρόνια που έχει πεθάνει η μαλούμα μου. Πάει έχει σκορπιστεί η ύπαρξη της σε άπειρα αόρατα κομματάκια που είναι αδύνατο να τα συγκεντρώσω … να τα συγκεντρώσω και να κλάψω… να κλάψω δυνατά, έντονα και με μύξες. Η ανάμνηση της δεν είναι έντονη, έρχεται όποτε την ανακαλώ…. η θλίψη είναι απαλή σαν το χάδι της, ναι τώρα που το θυμάμαι το χάδι της ήταν πάρα πολύ απαλό. Έτσι με χαϊδεύει πια και η παρουσία της. Την νιώθω έντονη μόνο όταν νιώσω πως με βοήθησε σε μια περιπέτεια. Μετά την ξεχνώ… Περνά με άνεση σε όλες μου τις κινήσεις τους μορφασμούς τις εκφράσεις.  Δεν έχουν λογική σειρά αυτά που σου γράφω το ξέρω.

Πριν γράψω είπα να διαβάσω την ετικέτα Μαμα. Ωραία πέρασα. Γέμισα και άδειασα….

Είχα ανάγκη το καντηλάκι. Νεράκι, ελαιόλαδο, ένα φιτίλι  περασμένο στο μικρό δίσκο φελλού, και μια σπίθα ανάμνησης για να ανάψει η φλόγα. Η φλόγα, η ελπίδα πως κάπου θα ανταμώσουμε. Σιγοκαίει… την κοιτώ και νιώθω πως σε συγκεντρώνει…. όχι σε σκέψεις, όχι σε εκφράσεις, όχι σε δάκρυα, όχι σε έντονες εικόνες… Σε συγκεντρώνει μέσα μου ως μικρή φλόγα.

Μαμά μου δίδαξες την Ελπίδα. Μαμά μέσα μου είσαι η ελπίδα, μια απαλή ζεστή φλογίτσα …

Παράδοξος Ύπνος !

Με τα όνειρα έχω μια ιδιαίτερη σχέση. Ας το πούμε σχεδόν αχαλίνωτη. Αρκετές φορές τα καταφέρνω και επεμβαίνω ώστε να αλλάξω την πορεία τους, κάτι σα να ξυπνώ μέσα στο όνειρό μου και να το συνεχίζω αλλάζοντας την πορεία του σεναρίου κατά πως με βολεύει !!!

Τις περισσότερες φορές όμως το απολαμβάνω, σα μια καλή ταινία ας πούμε, όπου το παράλογο φτιάχνει μια πλοκή με τόση μα τόση συναισθηματική νοημοσύνη!

Έχω ξυπνήσει, φοβισμένη, στενοχωρημένη, με πανικό, βιασμένη, έχω ξυπνήσει μετά από αστυνομική, θριλερική, κατασκοπική δικαστική περιπέτεια, μονολογόντας  «πσσσ γαμάτη ταινία!!!» , με έχουν κυνηγήσει, έχω κυνηγήσει, έχω μάθει να πετώ στον ύπνο μου νιώθοντας πως είναι αρκετά τα πόδια μου για να με φτάσουν στα σύννεφα. Έχω δει όνειρα που θεωρώ πως είναι υπονοούμενα μελλοντικών γεγονότων τα οποία έχω τσεκάρει ως γ@μημένες συμπτώσεις !!!

Ο συναισθηματικός κόσμος των ονείρων μου είναι απίστευτα δυνατός. Δεν βλέπω όνειρα. Τα ζω με κάθε συναισθηματική φόρτιση, τόση όσο να με ξυπνά. Έχω ξυπνήσει λοιπόν με τόσα νεύρα μετά από «ονειρικό καυγά» με το παλιό μου παλτό, που του έχω πει «μην μου μιλάς έχω νεύρα μαζί σου γιατί τσακωθήκαμε στο όνειρό μου, περίμενε να μου περάσει»

Στα χρόνια που έχουν περάσει το παλιό μου παλτό έχει βιώσει στο συζυγικό μας κρεββάτι απίστευτες καταστάσεις. Τον έχω ξυπνήσει με τα γέλια μου, ξεκαρδιστικά γέλια από μια κωμική ονειρική ταινία, του έχω διηγηθεί όνειρα και όνειρα, γεμάτα πάθος ένταση, γέλιο, έρωτα, ταξίδια, μυστήριο…

Αυτό που βίωσα προχθές όμως ως όνειρο δεν το είχα ξανανιώσει. Με ένα τίτλο «Η  απόλυτη θλίψη της απώλειας» Προφανώς επηρεασμένη από την πανδημία.

Σε ένα νοσοκομείο, ένας βαριά άρρωστος πέθαινε. Η ένδειξη του θανάτου του σε ένα ιατρικό όργανο στον τοίχο δίπλα του. Ένα μακρόστενο κυλινδρικό «δοχείο» με μια μικρή λίμνη από μέλι και ένα ζουζούνι μια πανέμορφη μύγα να πεταρίζει σε κάθε αναπνοή του αρρώστου, να ακουμπά στην λίμνη με το μέλι και να πετά πάλι, ξανά και ξανά… μέχρι να έρθει η ένδειξη θανάτου… «Να πετά μακρυά χωρίς να επισκέπτεται πότε ξανά την μελολίμνη ! 

Βγήκα έξω από το δωμάτιο, συνεπαρμένη από τον θάνατο του αρρώστου, άρχισα να περπατώ πέρα δώθε στο διάδρομο, μέχρι που με πλησίασε μια νοσοκόμα. «Ο σύζυγός σας πέθανε» μου ανακοίνωσε. Ότι με είχε συνεπάρει μετατράπηκε σε μια βουβή θλίψη, με δάκρυα να κυλούν στα μαγουλά μου καθώς η νοσοκόμα συνέχιζε… » Το άγημα για τον σύζυγό σας θα είναι έτοιμο σε λίγο και μάλιστα αποφασίσαμε να παραχωρήσουμε και το λαμπατέρ του κυρίου Παπαγεωργίου ως μέγα συνοδευτική τιμή» Ναι του αξιζει το καλύτερο συλλογιζόμουν, όμως πραγματικά δεν με ένοιαζε τι έλεγε, μόνο θλίψη και δάκρυα που δεν μπορούσα να σταματήσω…. μια φωνή μέσα μου τραγουδούσε… «δεν είσαι πια εδώ …» και καθώς πάλευα με το στοίχο «για μένα μια ζωή θα είσαι εδώ» … 

Ξύπνησα…

Με κλάμα, με αναφιλητά με δάκρυα που μούσκευαν το μαξιλάρι μου, με τόση μα τόση θλίψη…

το παλιο παλτό δίπλα μου με ρωτούσε… τι έχεις? πες μου … συμβαίνει κάτι ή είναι όνειρο? «όνειρο είναι» του είπα και συνέχισα να κλαίω …. στην αγκαλιά του…

Σώπα σώπα σσσσ … θέλω να μάθω … μη μου πεις τώρα … μετά …σσσσ 

Η φύση με καλούσε, πήγα και έκανα τσισάκια, γρήγορα επέστρεψα στο κρεββάτι. Το κατούρημα με ηρέμησε ! Ήρεμη ξάπλωσα και άρχισα να αφηγούμαι με κλειστά μάτια το όνειρο στο παλιό μου παλτό … με πήραν και πάλι τα κλάματα… και στο τέλος … γαλήνη και πάλι… στην αγκαλιά του…

Πίνοντας τον καφέ μας,το παλιό μου παλτό με ρώτησε αργότερα… «Το λαμπατέρ τι σχέση είχε στο όνειρό σου»???. Του εξήγησα με κάθε σοβαρότητα πως ήταν μεγάλη τιμή καθώς ήταν ενός διάσημου επιστήμονα !!! Ξεκαρδιστίκαμε στα γέλια !!!! Το Σάββατο πέρασε ήρεμα, χαρούμενα…

Πάντως παρόλο που έχω στην πραγματικότητα  βιώνω τη θλίψη της απώλειας της μητέρας μου και δύο ξαδέλφων μου…. πρώτη φορά βίωσα τέτοιας ένταση θλίψη … και αυτό που συνειδητοποιώ είναι πως στην πραγματικότητα αν ποτέ βιώσω αυτή την θλίψη στην πραγματικότητα τότε…  μόνο αν ξυπνήσω θα την τιθασεύσω… αλλιώς θα πρέπει να  καταφέρω να κοιμηθώ … και να μείνω εκεί στον παράδοξο ύπνο του δικού μου κόσμου.

τι λέω ?

Είναι σίγουρα πως κατά φροιντ είναι κάποια ψυχική διαταραχή !

Αλλά μου λείπει η μαμά μου, κάθε που άκουγε όλα τα τρελά μου όνειρα γελούσε και μου έλεγε «δεν είναι τίποτε, είχες ξεσκέπαστο των πωπω σωυ !!!» χαχαχαχα

Συνεχίζω να την ευχαριστώ γιατί με τον τρόπο της με βοήθησε να πατώ στη Γη χωρίς να μου ψαλιδίσει ούτε στο ελάχιστο την φαντασία μου…

Η μαμά μου ήταν όλα τα λεφτά … αυτό έχω να πω …

φέρνω το λαλα

καληνύχτα 🙂

Μετέωρη εποχή στα σύνορα !

Είδες που τα λέω όλα σωστά. Βέβαια είναι που είμαι και θεά εκτός από μικρή και ξανθιά. Όπως στα έχω πει η Μετέωρη εποχή είναι η πέμπτη εποχή του χρόνου και έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας εγκυμοσύνης.

Περιμένεις και νιώθεις πως όλα γεμίζουν φουσκώνουν.

΄΄΄΄/.΄’..’΄.,,΄[.

Τι είναι αυτό; Όχι όχι όχι Δεν πάω. Χτυπάει συναγερμός για φωτιά στην πολυκατοικία, τώρα που αποφάσισα να γράψω στη χαρτόκουτα του μυαλού (?) μου. Πρέπει λέει, σύμφωνα με τους κανονισμούς, να βάλουμε ένα μπουφάν, να αφήσουμε ξεκλείδωτα… και να τρέξουμε σε μια από τις εξόδους, να κατεβούμε τρεις ορόφους σκάλες, να περιμένουμε να έρθει η πυροσβεστική να κάνει έλεγχο… να δει αν και που υπάρχει φωτιά … να την σβήσει και να μας δώσει την άδεια να ανεβουμε και πάλι στα διαμερισματά μας…

Τσου δεν πάω…

Πρώτα από όλα είμαι μαζί με το παλιό μου παλτό άρα το να μου χαμογελάσει κανένας πυροσβέστης το ξεχνάμε (πάει το κίνητρο)… και μετά οκτώ στις δέκα φορές δεν υπάρχει φωτιά …

ουφ…. τουλάχιστον να ντυθώ … μπορεί να χρειαστεί να κατέβουμε τελικά … Ήρθαν και τα ένστολα αγόρια όσο γράφω …. ενώ το δικό μου Αγόρι  θέλει να βάλω τις τσιπούρες στο φούρνο…

ρε στιγμή που διάλεξα να γράψω στο εξοχικό μου… λες και δεν έχω ελεύθερο χρόνο … αααα ξέρω τι θα κάνω,…. πάω να βγάλω μια φωτογραφία … να δω βγάζουν σκάλες και μάνικες… γιατί αν είναι προτιμώ να κατέβω από τις σκάλες υπηρεσίας παρά από την σκάλα πυροσβεστικού !!!! Την σηκώνουν να κατέβω;

Τσου …

Τέλεια τα αρσενικά έφυγαν ήρθαν είδαν… δεν είχαμε φωτιά να σβήσουν .. έφυγαν. Τέσσερα οχήματα έρχονται κάθε φορά… επί πόσους ένστολους είπαμε;;;; … έλα έλα… σταμάτα τις φαντασιώσεις, έφυγαν …

Συμπέρασμα στην μετέωρη εποχή μπορούν να συμβούν άλλα… όχι σαν και αυτά που στην φυσιολογική ροή σου φουσκώνουν διαθέσεις και μυαλά!

Σε φάση καραντίνας, και ήθελα η ξανθιά θέα να φέρω εδώ την βόλτα μου το προηγούμενο Σάββατο. Καταπληκτικός ο καιρός, ήλιος λαμπερός να μας γαργαλά τις πατούσες, ε φτιάξαμε καφέ, χωθήκαμε στο αυτοκίνητο, σε στιλ βάζεις τις αχτίδες βάζω εγώ εγώ το χρώμα της άνοιξης ρε φίλε.  Εκδρομή δεν μπορούμε ακόμα να πάμε, βγαίνουμε κοντά στο σπίτι… Σε οριακή ακτίνα μαρκάραμε τρεις φίλες μου….

Η μία είναι η νεράιδα της Λίμνης, δεν πάει στο εξοχικό της, μένει σπίτι… ή δεύτερη είναι η Κωνσταντίνα μου, συνάδελφος δασκαλίτσα, κάνει διδακτορικό σε πανεπιστήμιο εδώ. Με κυνηγά όποτε με βλέπει με πλαστικό μπουκάλι νερού στο σχολείο, μόνο που κατάλαβε πως το χρησιμοποιώ ως παγούρι 🙂 Η τρίτη ήταν η γνωστή……

αποθήκευση προχείρου…. 

……Πασχαλίτσα ήθελα να γράψω αλλά το παλιό παλτό πεινούσε και ήταν ώρα να μαγειρέψουμε…Ωραίες τσιπούρες, κατεψυγμένες Ελληνικές και όμως πιο νόστιμες από τις φρέσκες που εκτρέφουν εδώ !!!

Έτσι πέρασε το απόγευμα και το βράδυ της Παρασκευής, και ήρθε το Σάββατο, και είπα πριν πάμε σούπερ μάρκετ να δοκιμάσω να βάλω ιατρική μάσκα προστασίας, έχουμε καμιά δεκαριά για ώρα ανάγκης … Τα εποχιακά δεδομένα με οδηγούσαν στο συμπέρασμα πως θα είχε πολύ κόσμο … και όταν φτάνεις στην άνοιξη οι Καναδοί γίνονται απίστευτα απρόσεκτοι, λες και ο ήλιος του ζαβλακώνει ξαφνικά, ΩΩΩ ναι παθαίνουν ηλίαση, γυμνός με μαγιό στον ήλιο ο Καναδός ! Οκτώ βαθμοί Κελσίου…τσουρουφλίζεται το παγωμένο του μυαλό…

Δεν λέω άρχισα να το διασκεδάζω με την μάσκα! Πώς την φοράς, πώς την βγάζεις! Εκπαιδευτικό παιχνίδι το έκανα. Κάτι που έχω ωραία μάτια, κάτι που το χρώμα της υπογράμμιζε το γκριζογάλανο βλέμμα, λίγο το βάψιμο, όσο να πεις σκέπαζε και τα προγούλια, ήρθα και ένιωσα η ξανθιά, όλα τα φώτα στις ματάρες μου!!! Θραύση θα κάνω! Όμως μέσα στο κατάστημα άρχισα να ζορίζομαι … πραγματικά αυτά περί ελευθερίας είναι τζάμπα μαγκιές! Εργαλείο είναι η συγκεκριμένη μάσκα και όχι φίμωτρο κλπ κλπ… και ως εργαλείο το μόνο που θυμάμαι είναι οι δερματίτιδες που έχουν πάθει γιατροί και νοσηλευτές και υγειονομικό προσωπικό που πρώτοι αναγκάστηκαν να τις φορούν για 12-24 ώρες… για δύο μήνες…»Τώρα με την ζέστη και τον ιδρώτα θα είναι πιο ζόρικο για την επιδερμίδα», μου έλεγε μια νοσηλεύτρια…. Χρόνια τώρα δεν μπορώ ούτε τα γυαλιά ηλίου, μία ώρα μέσα στο σουπερ μάρκετ, άρχισα να εκνευρίζομαι…. τέλος πάντων …

τι έλεγα… α ναι έφτασα στο σήμερα!!!

…Ναι ναι ναι, την Κυριακή, δηλαδή σήμερα το πρωί, αποφάσισα πως αν θέλω να ξαναπιάσω κάποιες τυπικές σχέσεις με την ζυγαριά,  πρέπει να βγω από το όνειρο πως σύντομα θα ανοίξει ο βόθρος πολυτελείας που μυρίζει χλωρίνη και θα μπορώ να κολυμπώ στο πέρα και το δώθε του μυαλού (?) μου.

΄Όσο και αν γκρινιάζει το γόνατό μου η μόνη επιλογή είναι το περπάτημα. Εξάλλου μόνο με το αργό περπάτημα στην πόλη μπορείς να ξετρυπώσεις τα πρώτα σημάδια της άνοιξης σε μια πόλη σαν το Μόντρεαλ… Δέκα χρόνια την ανακαλύπτω με διάφορους τρόπους…

Βόλτα λοιπόν, και παρόλο που το παλιό μου παλτό έχει ανώτερο ρυθμό περπατήματος και κάλυψης αποστάσεων, ακολούθησε το δικό μου γιατί η παρέα αλλάζει τα δεδομένα ακόμα και αυτό της γκρίνιας του γονάτου. Γελάω, χρόνια πριν στην Ελλάδα περπατούσαμε διαδρομές ίσες με Τέρμα Πατήσια -Χολαργός!

Έτσι πέρασα τα σύνορα του μετέωρου, στο οριακό, με παυσίπονο στο περπάτημα 3 χιλιομέτρων. Το app ζωγραφίζοντας την διαδρομή καταμετρούσε βήματα, χιλιόμετρα, ώρα, ως γνήσιος προσκεκλημένος ρουφιάνος χαχα (μην ακούσω κανέναν να λέει πως με την παρακάτω φωτογραφία εκθέτω προσωπικά μου δεδομένα σε ένα άγνωστο εξοχικό οπτικών ινών γιατί θα τον τσακίσω )

Εξερεύνηση των δέντρων, αυτών των ψηλών γυμνών Νεράιδων που επέζησαν από την ωμή ψυχρή βία του Χειμώνα και τώρα αρχίζουν να φουσκώνουν αναζητώντας την ενδυμασία της αναγέννησης. Αυτό το δέντρο είναι γεμάτο άσπρα τεράστια μπουμπούκια… Αυτό το δέντρο, που δεν ξέρω πως το λένε, είναι η σοπράνο της άνοιξης…. Σε λίγες μέρες θα είναι όλα ανοιχτά, σίγουρα είναι το ανθοδοχείο των γιγάντων αόρατων μάγων της φύσης.

Παράλληλα οι γηραιότερες Νεράιδες, συνειδητοποιούν τους ακροτηριασμούς τους…ξύλα στη γη πεσμένα, άλλα και ξεσκισμένοι κορμοί που θα μετατραπούν σε φωλιές, καθώς μια νεαρή Νεράιδα αγκαλιάζει την σοφία του άκαρπου πια κορμιού

Το επόμενο ξύλινο κορμί … στέκει εκεί, με το πείσμα του ανθρώπου που θέλει να ξεχωρίσει έγινε μοντέλο, με την έμπνευση του ανθρώπου πήρε  μορφή και  συμμετέχει σε διάφορες εικαστικές εκφράσεις των εποχών. Σύντομα θα τον δούμε με φυτεμένα λουλούδια γύρω του από τους κηπουρούς της πόλης. Το φθινόπωρο θα γίνει Χαουλινιάτικος … κλπ κλπ…Εδώ στέκει μετέωρος …

Οι κηπουροί του Μόντρεαλ κάθε χρόνο βάζουν χρώμα στο πράσινο των πάρκων και των νησίδων … κάτω από το αυστηρό βλέμμα του κυρίου Σκίουρου Παρκόγλου… ωπ να τος… βιαστικός και πεινασμένος…δεν έχει χορτάσει ακόμη, δεν έχει όρεξη η ματαιοδοξία του για στήσιμο στο φακό …

Άσχετη αφηρημένη τέχνη φωτογραφίας, πρωτοβουλία του κινητού μου χωμένο μέσα στο σουτιέν! Περπατούσα και φωτογράφιζε από μόνο την επιδερμίδα μου.

Τουλίπες που ανθίζουν- βολβοί δωρεά της Ολλανδίας- και τεράστιες γλάστρες που περιμένουν τους κηπουρούς της πόλης …

Περνάμε το πρώτο πάρκο, διασχίζουμε το δεύτερο και φωτογραφίζω την επιγραφή του τρίτου… Το παλιό μου παλτό διαβάζει, ακούω και λιγουρεύομαι το παγκάκι πιο κάτω …

Ναι, σίγουρα περάσαμε στην άνοιξη. Δεν είναι τα λουλούδια που σιγά σιγά φυτεύουν σε πάρκα και σε κήπους… ζουμπούλια???

μαλούμα … μου θυμίζουν το μπαλκόνι της μαλούμας … αυτό που αποχαιρετούσα πριν ξεκινήσω το ταξίδι για Καναδά … δέκα χρόνια πριν … … πότε πέρασαν; «Πέρασαν, ρώτα και μένα» γκρινάζει το γονατό μου….

τι έλεγα; α ναι περάσαμε στην Άνοιξη, μου το τραγουδά ο πρώτος «κλέφτης» στο γκαζόν, αυτόν που θα τον αποκεφαλίσουν σε λίγο καιρό, σε μια γενοκτονία «κλεφτών»… γεμίζει ο τόπος από κίτρινες πιτσίλες στο πράσινο. Τις κουρεύουν πριν … φφφφφφ ελευθερωθούν για να ριζώσουν αλλού…να το λες σωστά, είναι γκαζόν και όχι χορτάρι άγριο!!!

Α να και αυτό είναι αγριολούλουδο νομίζω… λίγα τα ψωμιά σου, ότι δεν εξημερώνεται δεν έχει θέση για πολύ σε μια πολιτισμένη πόλη όσο πολυπολισμιτική και αν είναι…

 

Μεγάλη βγαίνει η εγγραφή την κλείνω … ωραία πέρασα…. διακόπηκε το γράψιμο από ένα πυροσβεστικό όχημα και σβήνει με έναν από τους κρουνούς της πόλης στην ανάγκη της για Χρώμα Άνοιξης …

Καληνύχτα Μορεάλη μου… 🙂

 

 

 

 

 

Επίσκεψη στο Μνήμα

Πριν παραδώσω την σκυτάλη στην άφιξη του παλιού μου παλτού στην Αθήνα και στις υπόλοιπες μέρες που περάσαμε μαζί θέλω γλυκιά χαρτόκουτα του μυαλού (?) μου να σου γράψω για  την επίσκεψη στο νεκροταφείο του Βύρωνα, μια επίσκεψη που είναι από τις βασικές μου  ελλείψεις εδώ στη Μορεάλη… Επίσκεψη στον τάφο των προγόνων μου.

Οταν έκλεισα το εισιτήριο της επιστροφής δεν πρόσεξα Ακριβώς όπως και την χρονιά που πέθανες, 2 Αυγούστου Παρασκευή επέστρεψα 3 Αυγούστου Σάββατο άφησες στη Γη την τελευταία σου εκπνοή …

Τέλος πάντων τι έλεγα α ναι …

Παρασκευή έφτασα. Δευτέρα με την θεία μου πήγαμε στον οικογενειακό τάφο…πόσο ήθελα να πάω ! Πήγα;  Το άγχος η πολυλογία και βασικά η ψυχική κατάσταση της θείας μου ήταν οι προκλήσεις που είχα να χαλιναγωγήσω.

Θα βρούμε εύκολα ταξί μετά μετά θα βρούμε και πάλι για επιστροφή να του πούμε να περιμένει δεν μπορεί να περιμένει τώρα;, να πάρουμε λουλούδια, τι λουλούδια θα πάρεις, είναι σε διακοπές η κοπέλα που της δίνουμε κάτι να ανάβει πάντα το καντήλι,α δεν επιτρέπετε λεει να ανάψουμε καντήλι γιατί είναι επικίνδυνο για πυρκαγιά λόγω τον ανέμων,  η φωτογραφία της μαμάς σου έχει χαλάσει, καλό θα ήταν να την ψήνανε όπως του θείου και του Βάσια βλεπεις τι ωραίες φωτογραφίες και ο Βάσιας μου, αλλά τα γράμματα στο όνομα της μαμάς σου μπράβο στο Δημήτρη, βλέπεις όμως κανένα άλλος δεν έχει ετών, —————–κάθισα σε ένα τοιχάκι να πνίξω την ανάσα που θα έβγαινε με μορφή θυμωμένου τέρατος——– οχι μην κάθεσαι είναι βρώμικα, θα κλάψεις μην κλάψεις, τι να πω και εγώ ο Βάσιας μου το παιδί μου εδώ… το πιστεύεις εγώ εδώ δεν το πιστεύω, παπά να δεις δεν θα βρούμε παπά, α! να παπάς, αυτά είναι τα ονόματα πατερ——————— δεσποζαν τα γράμματα της μαλούμας μου τώρα τώρα να το μικρό παράθυρο μοναξιάς  να αφήσω ένα δάκρυ,  πάντα η φωνή της «στο καλό να πας, να πας στο καλό» με ποτίζει πάντα με την σιγουριά της ψυχραιμίας ως μοναδικού δρόμου αιωνία η μνήμη============ θα βρούμε ταξί τώρα γιατί δεν έχει … θα βρούμε θεία μου. μαζί μου όλα είναι πάντα στη θέση τους και μας περιμένουν!

¨Ήταν τέτοιος ο πύρινος τυφώνας το άγχος, η πολυλογία, η ανασφάλεια της θείας μου, ο κρυφός θρήνος, που ότι θυμάμαι από την επίσκεψη ως μόνη αξία το παραθυράκι ψαλμού,   που δεν έχει καν την φωτογραφία Της αλλά δεσπόζει το όνομα Της και η φωνή Της μέσα μου.

γελάς ρε μάνα; σωστά γελάς, αδελφή σου είναι και την ξέρεις! Μαμά αλήθεια στο λέω, τι λουλούδι πήρα σε σένα και τι στον Βάσια δεν θυμάμαι …θαρρώ τριαντάφυλλα ήταν …

Καληνύχτα Μαλούμα μου ….